Η Χώρα της Νάξου

«Γλύκα μεγάλη είχε το νησί ετούτο, αγαθά τα πρόσωπα των ανθρώπων, σωροί τα πεπόνια, τα ροδάκινα, τα σύκα κι η θάλασσα ήρεμη. Κοίταζα τους ανθρώπους – ποτέ οι άνθρωποι αυτοί δεν τρόμαξαν από σεισμό ή από Τούρκο, και τα μάτια τους δεν καίγουνταν.
Εδώ η λευτεριά είχε σβήσει τη λαχτάρα για τη λευτεριά, κι η ζωή απλώνουνταν ευτυχισμένο κοιμάμενο νερό. Κι αν κάποτε ταράζουνταν, ποτέ δε σήκωνε τρικυμία. Ασφάλεια ήταν το πρώτο δώρο του νησιού που ένιωσα περιδιαβάζοντας στη Νάξο.»
(Ν. Καζαντζάκη – «Αναφορά στον Γκρέκο»)

Το νησάκι των Παλατιών
Μπροστά στο λιμάνι, το νησάκι με το ασυνήθιστο και μοναδικό σ’ ολόκληρο το Αιγαίο μνημείο, μια τεράστια πόρτα - η «Πορτάρα» -  μαγνητίζει τη ματιά του επισκέπτη γεμίζοντάς τον με ερωτήματα.

Την 3η χιλ. π. Χ. υπήρχε συνοικισμός κοντά στο νησάκι και εικάζεται ότι τα «Παλάτια» ήταν η Ακρόπολη του Κυκλαδικού οικισμού. Σήμερα βλέπουμε τα θεμέλια του «εκατόμπεδου» ναού που άρχισε το 530 π.Χ. περίπου ο τύραννος της Νάξου Λύγδαμις, αλλά δεν τέλειωσε ποτέ. Η «Πορτάρα» είναι κτισμένη από 4 μάρμαρα, που το καθένα έχει μήκος πάνω από 6 μέτρα και ζυγίζει 20 τόνους. Για την τοποθέτησή τους χρησιμοποιήθηκαν βίντσι και σκαλωσιά. Το κατώφλι της Πύλης είναι ψηλότερο από το δάπεδο του ναού, κι αυτό το συναντάμε μόνο στο ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα της Μιλήτου. Το σχήμα του ναού είναι ορθογώνιο με παραστάδες κι από τις δυο πλευρές. Η «Πορτάρα» «βλέπει» προς τη Δήλο, παραπέμποντάς μας στον Απόλλωνα κι έτσι ταυτίζεται ο ναός με το Δήλιον, με το ναό του Δηλίου Απόλλωνα. Τον 6ο αι. π.Χ. τα «Παλάτια» ήταν ένα πολύ καλό οχυρό κοντά στην πόλη, κι εκεί εγκαταστάθηκαν οι Ερυθραίοι και οι Μιλήσιοι σ’ έναν από τους αγώνες τους κατά της Νάξου. Μια ευγενής Ναξιώτισσα, η Πολυκρίτη, που είχε αιχμαλωτισθεί, έστειλε μήνυμα στους συμπατριώτες της κι έτσι έσωσε τη Νάξο. Τον 5ο ή 6ο αι. μ.Χ. μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική. Πολλά μάρμαρα μεταφέρθηκαν και κτίστηκαν στο Κάστρο την περίοδο της Λατινοκρατίας. Η καταστροφή συνεχίστηκε και κατά την Τουρκοκρατία. Όταν βρίσκεσαι στο νησάκι των Παλατιών δεν μπορεί παρά να θυμηθείς τα λόγια του Γ. Θεοτοκά: «Μια βαρκούλα που ψαρεύει ανάμεσα στην Πάρο και στη Νάξο μ’ ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο παρά μια νέα επανάσταση, μια νέα μόδα ή μια νέα αισθητική στην Ευρώπη, μια νέα μηχανή στην Αμερική, μια νέα μυστικοπάθεια στην Ασία. Γαλήνη! Γαλήνη!». Με το νησάκι των Παλατιών συνδέεται οργανικά η Γρόττα, τα Απλώματα και το Καμινάκι.

Η Γρόττα (από το ιταλικό Grotta, δηλαδή σπηλιά)

Η βόρεια παραλία της Χώρας πήρε το όνομά της από τα σπήλαια που υπάρχουν κάτω από το λόφο των Απλωμάτων. Στην περιοχή της Γρόττας βρισκόταν η Μυκηναϊκή πόλη της Νάξου, μια από τις πιο σημαντικές του Αιγαίου. Τα οικοδομήματα συνεχίζονται και μέσα στη θάλασσα. Πιθανολογείται ότι η Ακρόπολη των Μυκηναϊκών χρόνων ήταν στο λόφο του Κάστρου. Τα μεγάλα νεκροταφεία της εποχής ήταν στ’ Απλώματα και στη θέση Καμίνι ανατολικότερα.
 
Ο Μπούργος (από το ιταλικό borgo, που δηλώνει οχυρωμένο οικισμό)

Με την κατάκτηση των Λατίνων και την ίδρυση της ηγεμονίας τους, η πρωτεύουσα της γίνεται η Νάξος, η Χώρα, το Κάτω Κάστρο ή Μέσα Κάστρο, όπως ονόμαζαν την εποχή εκείνη την κατοικία του ηγεμόνα. Βόρεια και βορειοδυτικά του Κάστρου διαμορφώνεται ένας οικισμός που κατοικείται από «αστούς», Λατίνους και Έλληνες, δηλαδή από κατοίκους των οποίων η μοναδική απασχόληση δεν είναι η καλλιέργεια της γης: ο Μπούργος.

Ο Μπούργος οριοθετείται από τρεις πύλες: την Πόρτα του Γιαλού, που έφερε στο υπέρθυρό της το οικόσημο των Κρίσπων, το Εξώμπουργο, όπου η εκκλησία του Προφήτη Ηλία και την Πύλη της Εβριακής, μετά την οποία άρχιζε η συνοικία των Εβραίων. Όλοι οι δρόμοι του οδηγούν στο Κάστρο. Αρχικά δεν βρεχόταν από θάλασσα. Δεν γνωρίζουμε ποια εποχή έλαβε την τελική του οικιστική φυσιογνωμία. Το 1300, για παράδειγμα, ο Άγιος Νικόλαος μαρτυρείται σε χρυσόβουλο, ότι βρίσκεται στο «Γιαλό» κι όχι στον Μπούργο. Αντίθετα η καθολική μονή του Αγίου Αντωνίου του Αββά, παραλιακή, πλησίον της Γρόττας, δωρεά της δούκισσας Φραντζέσκας Κρίσπα προς τους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου, μέσα του 15ου αι., μαρτυρείται ότι βρίσκεται στον Μπούργο. Όποτε κι αν ολοκληρώθηκε η φυσιογνωμία του εκείνο που μέχρι σήμερα παρατηρούμε είναι οι στενοί στεγασμένοι δρόμοι, τα απρόοπτα αδιέξοδα, τα βόλτα, τους φεγγίτες, τους ανεφανούς, τα φουρούσια, τα μπαλκόνια, που υποβάλλουν την ιδέα πως το μόνο που ενδιέφερε τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν αυτή την συνοικία ήταν να διαφύλάξουν τους εαυτούς τους και τα υπάρχοντά τους σε περίπτωση επίθεσης εχθρού ή πειρατικής επιδρομής. Δημιουργήθηκε ένα περίπλοκο συγκρότημα. Με την πάροδο του χρόνου ο οικισμός διαμορφώνεται με κέντρα της εκκλησίες που κτίζονται από τις αρχές και τα μέσα του 16ου αι., ακολουθώντας το βυζαντινό πρότυπο. Η «πλάτσα» του, δηλαδή η πλατεία του, όπου η Παναγία του Χριστού, εθεωρείτο το κέντρο του, ενώ στην «Πόρτα του Γιαλού» μαρτυρούνται λογιών λογιών μαγαζιά κι αποθήκες αλλά γίνεται και χώρος συγκέντρωσης των κατοίκων του. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε σχέδιο οικοδόμησης. Αλλά αυτό δεν είχε αρνητικές συνέπειες: υπήρχε μια λογική του οικισμού που επέτρεπε στον κάθε κάτοικο να βλέπει τη θάλασσα, να την αφουγκράζεται ή ν’ ανασαίνει τ’ άρωμά της. Σήμερα όλοι οι δρόμοι του οδηγούν και στη θάλασσα.

Η Χώρα είναι γεμάτη από Εκκλησίες. Στη Μητρόπολη των Ορθοδόξων θαυμάζουμε εικόνες από την εποχή της Τουρκοκρατίας κι ένα Ευαγγέλιο, που σύμφωνα με την παράδοση το δώρισε η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας. Η Μητρόπολη κτίσθηκε στο χώρο μικρότερης εκκλησίας, της «Ζωοδόχου Πηγής», κι έλαβε τη σημερινή της μορφή το 1780-1787, όταν Μητροπολίτης Παροναξίας ήταν ο Νεόφυτος Λαχοβάρης. Στο κτήριο έχουν χρησιμοποιηθεί υλικά παλαιών ναών και αρχαίων κτηρίων. Λέγεται ότι οι μονοκόματες γρανιτένιες κολόνες του μεταφέρθηκαν από τα ερείπια της Δήλου. Εκτός από τις εκκλησίες που προαναφέρθηκαν, στον ιστορικό οικισμό του Μπούργου να σημειώσουμε, μεταξύ των άλλων, τον Άγιο Ιωάννη, την Παναγία των Χιόνων (Καθολική), τον Άγιο Παντελεήμονα, την Αγία Παρασκευή, τον Ταξιάρχη, την Χρυσοπολίτισσα, την Αγία Σοφία κ. ά. Η Μητρόπολη, τα Σφαγεία (σημερινή παιδική βιβλιοθήκη), και το ξενοδοχείο «Απόλλων», σύμπλιο (παραπλήσιο) της παλιάς πηγής, απ’ όπου οι κάτοικοι της περιοχής έπαιρναν νερό, τη «Φουντάνα» (από το ιταλικό Fontana) ορίζουν την αγορά της αρχαίας πόλεως. Η αγορά διέθετε τέσσερις στοές με μαρμάρινη πρόσοψη σε μια τετράγωνη περίπου διάταξη, με πλήθος από μνημεία μπροστά τους. Μπροστά στη Μητρόπολη παραμένει ανοιχτός ο αρχαιολογικός χώρος, που έχει διαμορφωθεί σε «αρχαιολογικό πάρκο».

Το Κάστρο της Ναξίας

Προαναφέραμε ότι από τον Μπούργο όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο Κάστρο. Και σήμερα συμβαίνει το ίδιο. Ουδέποτε το Κάστρο επικοινωνούσε με τη θάλασσα: ο προσανατολισμός του ήταν το εσωτερικό του νησιού. Οι δρόμοι αυτοί μας οδηγούν στις πύλες του Κάστρου. «Παραπόρτι», η νότια πύλη, η βόρεια η περίφημη «Τρανή Πόρτα», κι ακόμα μια νοτιοανατολική, που σήμερα δεν σώζεται.

Η τοπική παράδοση αφηγείται ότι το έκτισε ο Μάρκος Σανούδος. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι από τους τοίχους του περίφημου πύργου του Σανούδου που, τον χώρο του κάλυψε αφού γκρεμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος του η μετέπειτα Σχολή των Ουρσουλινών. Καμιά μαρτυρία ωστόσο δεν έχουμε που να επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο για το δουκικό παλάτι-φρούριο του Μάρκου Α’ Σανούδου. Η ονομασία του «Μέσα» δηλώνει ότι εκεί είχε εγκατασταθεί το κέντρο της εξουσίας.

Η αρχική οικοδομική μορφή του Κάστρου δεν είναι γνωστή, ούτε η διαμόρφωσή του κατά τα χρόνια της δυναστείας των Σανούδων. Το βέβαιο είναι ότι κατασκευάσθηκε για να φιλοξενήσει τους αποίκους-κατακτητές, κι απ’ αυτούς όσοι αναγνωρίζονταν ως nobili-ευγενείς, που αποτελούντο από άλλους λαούς, είχαν άλλες συνήθειες, πολιτικές και πολιτισμικές, άλλη θρησκεία κι αποτελούσαν μια μειονότητα σε σχέση με τον ορθόδοξο πληθυσμό του νησιού. Υποθέτουμε ότι τη σημερινή του μορφή αρχίζει να τη διαμορφώνει επί Κρίσπων, στα μέσα του 15ου αι.
Παρά την έλλειψη ή την αδυναμία των πηγών να μας διαφωτίσουν για το τι ακριβώς συνέβη και ποιες οικοδομικές φάσεις πέρασε το Κάστρο μέχρις ότου φθάσει στη σημερινή του μορφή, περνώντας τις πύλες του, περνάμε σ’ έναν άλλο χώρο και χρόνο όπου κυριαρχούν ή ηρεμία, οι στενοί σπασμένοι δρόμοι, οι εσωτερικές, κατά κανόνα, αυλές με τα λουλούδιά τους, τα αρχοντικά (παλάτια τα ονόμαζαν οι ευγενείς), με τα οικόσημα στα υπέρθυρα. Μια κάθετη εγχάραξη στη μαρμάρινη παραστάδα της Τρανής Πόρτας μας προδιαθέτει για τον διαφορετικό κόσμο στον οποίο ετοιμαζόμαστε να εισχωρήσουμε: πρόκειται για τον βενετσιάνικο πήχυ. Εδώ οι πραματευτάδες μετρούσαν τα υφάσματα που έφερναν για τις αρχόντισσες.

Από τους υποτιθέμενους δώδεκα πύργους του Κάστρου που το προστάτευαν σώζεται μόνον ένας, ο πύργος των Κρίσπι, τον οποίο η τοπική αφήγηση «θέλει» να είναι το ανάκτορο της δυναστείας αυτής, αλλά, που, στην πραγματικότητα οικοδόμησε ο φυσικός (νόθος) γιος του δούκα Γουλιέλμου του Β’, μετά το 1453, και γι αυτό δεν είχε δικαιώματα στο θρόνο της ηγεμονίας. Σήμερα λειτουργεί σαν Βυζαντινό Μουσείο, κατά την επιθυμία των δωρητών του στο Κράτος, της οικογένειας Π. Γλέζου, γι αυτό κι είναι γνωστός και ως πύργος του Γλέζου ή της Απεραθίτισας, εξαιτίας της καταγωγής της οικογένειας. Στο υπέρθυρο της εισόδου του υπάρχει ένα αρκετά περίεργο οικόσημο: μια σύνθεση με οθωμανικά και ρωσικά στοιχεία. Πρόκειται για τα διπλώματα αναγνώρισης υπηρεσιών προς τις δύο δυνάμεις της εποχής, που έλαβε ένας από τους κυρίους του πύργου, ο Ιωσήφ Μπαρότζι, αξιωματούχος της Ρωσίας – ο τάφος του βρίσκεται στο ναό του Αγίου Αντωνίου του Αββά, στην παραλία της Χώρας.

Οι στενοί ανηφορικοί δρόμοι μας φέρνουν στο πιο ψηλό σημείο του Κάστρου, όπου η Εμπορική Σχολή, δίπλα της η Καπέλλα Καζάτζα, η Σχολή των Ουρσουλινών, τα ερείπια του πύργου που η τοπική αφήγηση θέλει να είναι ο πύργος του Μάρκου Σανούδου, το Καθολικό Επισκοπικό Μέγαρο και τέλος η Μητρόπολη των Καθολικών.

Η Καπέλλα Καζάτζα (=σπίτι-εκκλησία),που η τοπική αφήγηση την θέλει να είναι το παρεκκλήσιο του Μάρκου Σανούδου κτίσθηκε τον 14ο αι. Είναι βέβαιο ότι η ίδρυση της Εμπορικής Σχολής στηρίχτηκε στην περιουσία της Καπέλλας που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο από τα αφιερώματα των πιστών από τον 17ο αι. και μετά.

Η Εμπορική Σχολή, που σήμερα στεγάζεται το αρχαιολογικό Μουσείο αλλά και το Ιστορικό Αρχείο Νάξου, δεν ήταν παρά το μοναστήρι του τάγματος των Ιησουϊτών μοναχών που εγκαταστάθηκαν στη Νάξο αρχές του 17ου αι. κάτω από την επιρροή της Γαλλικής διπλωματίας και πολιτικής στην Ανατολή. Οι Ιησουΐτες ανέλαβαν την υποχρέωση να ιδρύσουν σχολείο για τη θρησκευτική και κοινωνική μόρφωση των καθολικών νέων της Νάξου. Απόκτησαν σημαντικότατη ιδιοκτησία στο νησί και θεωρείται ότι αυτοί έφεραν τα πορτοκάλια στη Νάξο, στο θέρετρο τους, στα Καλαμίτσια, στην περιοχή των Μελάνων. Από το 1628 μέχρι το 1773 το σχολείο λειτούργησε συνεχώς υπό την διεύθυνση των Ιησουιτών. Από το 1782, μετα από ενέργειες του Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΣΤ’ η διεύθυνση μεταβιβάστηκε στους μοναχούς του τάγματος του Αγίου Λαζάρου (Λαζαρισταί), μέχρι το 1887, οπότε αυτοί εγκατέλειψαν τη Νάξο. Μετά την αναχώρησή τους, το 1891, τη λειτουργία του σχολείου ανάλαβαν οι Σαλεσιανοί μοναχοί. Αυτοί οργάνωσαν το σχολείο πάνω σε σύγχρονες βάσεις και το μετέτρεψαν σε Εμπορική Σχολή. Σ’ αυτήν φοίτησε ο Νίκος Καζαντζάκης. Η Σχολή, που απέκτησε τεράστια φήμη, επέζησε μέχρι το 1927, οπότε έκλεισε οριστικά, μετά από τριακόσια χρόνια από την ίδρυση της.

Η κανονική λειτουργία της Σχολής Ουρσουλινών ανάγεται στο 1739. Αλλά οι προσπάθειες για τη δημιουργία σχολείου για κορίτσια είχαν ξεκινήσει έναν αιώνα νωρίτερα από τον Ιησουΐτη ηγούμενο και ιστορικό της Νάξου Ροβέρτο Σωζέ. Το 1986 αγοράσθηκε από το Κράτος για πολιτιστικούς σκοπούς.

Η Μητρόπολη των Καθολικών ανάγεται στη μεσαιωνική εποχή, πέρασε από διάφορες οικοδομικές φάσεις και, τελικά, έλαβε τον οριστικό της χαρακτήρα τον 17ο αι. Το δάπεδο της είναι μαρμάρινο, γεμάτο με επιτύμβιες πλάκες του 17ου και 18ου αι., με τα οικόσημα μερικών από τις σημαντικότερες καθολικές οικογένειες που έδρασαν στο νησί από τον 16ο αι. και μετά. Η αφθονία του μπαρόκ στο κεντρικό βήμα (17ος αι.) αποτελεί το πλαίσιο μιας βυζαντινής εικόνα με τη διπλή όψη, της Παναγίας της Ελεούσας, από τη μια όψη, και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, από την άλλη όψη, του 12ου αι., αρχαιότερη κι από την ίδια την εκκλησία. Σ’ άλλες εικόνες, η ανάμιξη βυζαντινών και δυτικών ρυθμών αποκαλύπτει τους επηρεασμούς της ενετο-κρητικής κουλτούρας από την οποία προέρχεται και ο Γκρέκο.

Η Καθολική Αρχιεπισκοπή. Πίσω ακριβώς από τη Μητρόπολη βρίσκεται το επιβλητικό κτήριο, έδρα της διαμονής του Λατίνου Αρχιεπισκόπου στη Νάξο. Ονομάζεται και Αρχιεπισκοπική Καγκελλαρία και ο νοτάριος της (συμβολαιογράφος)  Αρχιερατικός Καντζελλάριος, κατά τον 16ο και 17ο αι. Σ΄ αυτήν είχαν την έδρα τους οι Αρχιερατικοί Καντζελλάριοι, εδώ συντάσσονταν τα ιδιωτικά έγγραφα που αναφέρονταν στη ζωή των κατοίκων του Κάστρου, προικοσύμφωνα, διαθήκες, κλπ.

Ακριβώς πίσω από την Καθολική Μητρόπολη και δίπλα στο Καθολικό Επισκοπικό Μέγαρο, βρίσκεται ο μοναδικός ορθόδοξος ναός του Κάστρου, η Παναγία η Θεοσκέπαστη. Η εκκλησία είναι ναός δίκλιτος. Το ένα κλίτος (δεξιά) ανήκει στην Παναγία και το άλλο στην Αγία Αναστασία τη Φαρμακολύτρια. Πρόκειται πιθανότατα για το παλαιότερο μνημείο απ’ όσα σώζονται στο Κάστρο, που μας «κληροδότησε» τον «Κώδικα της Θεοσκέπαστης» και αμφιπρόσωπες φορητές εικόνες.

Μονή Καπουκίνων. Ανατολικά της Θεοσκέπαστης, κοντά στο Πίσω Παραπόρτι, βρίσκεται η Μονή Καπουκίνων. Αποτελείται από την εκκλησία που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο της Παδούας. Ο ναός είναι μονόκλιτος, με ωραίες εικόνες και το μαρμαρένιο δάπεδό του στολίζεται από τάφους αρχόντων με τα οικόσημά τους, όπως των Κορονέλλων-Κάστρι και των Λορεντάνων-Κρίσπι. Οι Καπουτσίνοι έφθασαν στη Νάξο το 1628. Λειτούργησε και ως σχολείο. Ο «Κώδικας της Μονής των Καπουκίνων» που διασώθηκε, αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη ζωή και την ιστορία της Μονής αλλά και για την ιστορία, τη ζωή και τις περιπέτειες ολόκληρου του Κάστρου το μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας.

Νιο Χωριό

Νότια και Νοτιοανατολικά του Κάστρου απλώνεται ο συνοικισμός στον οποίο είχαν εγκατασταθεί οι φτωχοί χωρικοί. Ποια εποχή δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε. Τα όρια ορίζονται από τις εκκλησίες Παντάνασσα, την αρχαιότερη της πόλης της Νάξου, την Αγία Παρασκευή, που ανακαινίσθηκε το 1605 όπως αναγράφεται στο υπέρθυρο της πύλης του ναού και από την Αγία Κυριακή, ένα από τα πολυζωγραφισμένα και πολυφωτογραφημένα μνημεία της Νάξου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν μοναστήρι, όπου καλόγεροι δίδαξαν τα Ελληνόπουλα γράμματα και μουσική. Στην αυλή της άλλοτε μονής υπάρχει μικρή παλαιά εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Δίπλα στο Νιο Χωριό, στα νεότερα χρόνια δημιουργήθηκε ο συνοικισμός «τα προσφυγικά», από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Τέλος, στην είσοδο της Χώρας, στην αρχή του κεντρικού δρόμου που οδηγεί στα χωριά, η τοποθεσία όπου ο ναός της Αγίας Θεοδοσίας, που στα έγγραφα του 17ου αι. μαρτυρείται ως «τρεις εκκλησιές», (Αγια Θεοδοσία, Ταξιάρχης, Άγιος Σεβαστιανός), κι αποτελούσε την εποχή εκείνη χώρο συγκέντρωσης των κατοίκων της πόλης για κάθε είδους εμπορική και χρηματική συναλλαγή.

Στα νεότερα χρόνια η Χώρα απλώθηκε πάρα πολύ πέρα από το Γυμνάσιο, έργο του Ν. Μητσάκη, ενός από τους σημαντικότερους εκφραστές του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα, προς την ακτή του Αγίου Γεωργίου κι ακόμα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου που οδηγεί στα χωριά.

Ο Άγγλος ιστορικός William Miller έγραψε ότι η Νάξος υπήρξε πάντοτε το μαργαριτάρι του Αιγαίου. Κι ακόμα ότι οι πορτοκαλεώνες της και οι λεμονεώνες της δίνουν, περισσότερο από τη Ζάκυνθο, το προσωνύμιο του «άνθους της Ανατολής». Πρέπει να σκύψεις με αγάπη πάνω από τα άνθη για να νιώσεις την ξεχωριστή τους ομορφιά. Πρέπει να ψάξεις για να ανακαλύψεις το μαγευτικό όπου κι αν υπάρχει στη Νάξο, πέρα από την όποια αφήγηση.